FAQs About the word romeo

Ρωμαίος

an ardent male lover

ερωτευμένος,Κάζανοβας (Kazanovas),Ντον Τζουάν,Δολοφόνος,γυναικάς,εραστής,άσωτος,γενναιοδωρος,γυναικάς,άσωτος

No antonyms found.

romekin => ραμεκίν, romeite => Ρωμαιΐτης, romeine => romaine, rome scot => Ρωμαίος Σκωτσέζος, rome penny => Ρωμαϊκό πένι,