Greek Meaning of privatization
Ιδιωτικοποίηση
Other Greek words related to Ιδιωτικοποίηση
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of privatization
- privatise => ιδιωτικοποιώ
- privatisation => Ιδιωτικοποίηση
- privation => στέρηση
- privates => στρατιώτες
- privateness => ιδιωτικότητα
- privately held corporation => Ιδιωτική ανώνυμη εταιρεία
- privately => εγκληματικά
- privateersman => πειρατής
- privateer => Κορσάρος
- private-enterprise => ιδιωτική επιχείρηση
- privatize => ιδιωτικοποιώ
- privet => Φιλίκι
- privet andromeda => Πικροδάφνη
- privet hedge => Φράχτης από πυξάρια
- privilege => προνόμιο
- privilege against self incrimination => Προνομια εναντιον του αυτοενοχοποιησης
- privilege of the floor => Δικαίωμα λόγου
- privileged => προνομιούχος
- privily => κρυφά
- privine => Πριβίνα
Definitions and Meaning of privatization in English
privatization (n)
changing something from state to private ownership or control
FAQs About the word privatization
Ιδιωτικοποίηση
changing something from state to private ownership or control
No synonyms found.
No antonyms found.
privatise => ιδιωτικοποιώ, privatisation => Ιδιωτικοποίηση, privation => στέρηση, privates => στρατιώτες, privateness => ιδιωτικότητα,