Greek Meaning of private investigator
ιδιωτικός ερευνητής
Other Greek words related to ιδιωτικός ερευνητής
Nearest Words of private investigator
- private instructor => Ιδιωτικός καθηγητής
- private foundation => ιδιωτικό ίδρυμα
- private eye => ιδιωτικός ερευνητής
- private enterprise => .ιδιωτική επιχείρηση
- private detective => Ιδιωτικός Ερευνητής
- private corporation => Ιδιωτική εταιρεία
- private citizen => Ιδιώτης
- private => ιδιωτικό
- privatdocent => υφηγητής
- privacy => ιδιωτικότητα
- private line => Ιδιωτική γραμμή
- private nuisance => Ιδιωτικό όχληρο
- private practice => Ιδιωτική ιατρική
- private property => Ιδιωτική ιδιοκτησία
- private road => Ιδιωτικός δρόμος
- private school => Ιδιωτικό σχολείο
- private security force => Ιδιωτική δύναμη ασφαλείας
- private treaty => ιδιωτική συμφωνία
- private-enterprise => ιδιωτική επιχείρηση
- privateer => Κορσάρος
Definitions and Meaning of private investigator in English
private investigator (n)
someone who can be employed as a detective to collect information
FAQs About the word private investigator
ιδιωτικός ερευνητής
someone who can be employed as a detective to collect information
ντετέκτιβ,ερευνητής,Ιδιωτικός Ερευνητής,ιδιωτικός ερευνητής,,ιδιωτικός ντετέκτιβ,hawkshaw,λειτουργικός,ντετέκτιβ,ιχνηλάτης
No antonyms found.
private instructor => Ιδιωτικός καθηγητής, private foundation => ιδιωτικό ίδρυμα, private eye => ιδιωτικός ερευνητής, private enterprise => .ιδιωτική επιχείρηση, private detective => Ιδιωτικός Ερευνητής,