Greek Meaning of math
μαθηματικά
Other Greek words related to μαθηματικά
Nearest Words of math
- math teacher => Καθηγητής Μαθηματικών
- mathematic => μαθηματικά
- mathematical => μαθηματικός
- mathematical function => Μαθηματική συνάρτηση
- mathematical group => Μαθηματική ομάδα
- mathematical logic => Μαθηματική λογική
- mathematical notation => Μαθηματική σημειογραφία
- mathematical operation => Μαθηματική πράξη
- mathematical process => μαθηματική διαδικασία
- mathematical product => Μαθηματικό γινόμενο
Definitions and Meaning of math in English
math (n)
a science (or group of related sciences) dealing with the logic of quantity and shape and arrangement
math (n.)
A mowing, or that which is gathered by mowing; -- chiefly used in composition; as, an aftermath.
FAQs About the word math
μαθηματικά
a science (or group of related sciences) dealing with the logic of quantity and shape and arrangementA mowing, or that which is gathered by mowing; -- chiefly u
αριθμητική,Υπολογισμός,Μαθηματικά,απειροστικός λογισμός,Υπολογισμός,αριθμοί,υπολογισμός,αριθμοί,λογαριασμός,πρόσθεση
No antonyms found.
matfelon => ματελόνα, matey => Φίλος, mates => φίλοι, maternity ward => Μαιευτική κλινική, maternity hospital => Μαιευτική κλινική,