Greek Meaning of man of the world
άνθρωπος του κόσμου
Other Greek words related to άνθρωπος του κόσμου
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of man of the world
- man of the cloth => Ιερέας
- man of means => Άνθρωπος μέσων
- man of deeds => άντρας δράσης
- man of affairs => επιχειρηματίας
- man of action => άντρας της δράσης
- man jack => γρύλος
- man in the street => μέσος άνθρωπος
- man hour => ώρα
- man friday => Παρασκευή
- man and wife => σύζυγος και σύζυγος / ανδρας και γυναίκα
Definitions and Meaning of man of the world in English
man of the world (n)
a worldly-wise person
FAQs About the word man of the world
άνθρωπος του κόσμου
a worldly-wise person
No synonyms found.
No antonyms found.
man of the cloth => Ιερέας, man of means => Άνθρωπος μέσων, man of deeds => άντρας δράσης, man of affairs => επιχειρηματίας, man of action => άντρας της δράσης,