FAQs About the word maitre d'

ο αρχιεπίσκοπος

a dining-room attendant who is in charge of the waiters and the seating of customers

maître d'hôtel,Μπαρμαν,Μετρ,Υπάλληλος καμπίνας,Αεροσυνοδός,Μπαρμαν,Μπαρμαν,Μπαρτέντερ,διακομιστής,σομελιέ

No antonyms found.

maitland => Μέιτλαντ, maistry => μαεστρία, maistrie => Αριστοτεχνία, maistress => κυρία, maistre => Μάστορας,