FAQs About the word made amends for

αποζημίωσε

to do something to correct a mistake that one has made or a bad situation that one has caused

εξιλεωθείς (για),διορθωμένο,εξοφλημένος,αποζημιωμένοι,λυτρωμένος,λυτρωμένος,αποζημιούμενη,τροποποιημένος,επισκευασμένο,διορθωμένο

No antonyms found.

made a scene => έκανε σκηνή, made a face => Έκανε μούτρα, maddens => εξαγριώνει, madcaps => Τρελοί, madames => κυρίες,