Greek Meaning of leafed (through)
φύλλισε (μέσα)
Other Greek words related to φύλλισε (μέσα)
Nearest Words of leafed (through)
- leaf (through) => Μέσα από το φύλλο
- leads one up the garden path => Οδηγεί κάποιον στον κήπο
- leads one down the garden path => οδηγεί κάποιον στον κήπο
- leads => υποψήφιοι πελάτες
- lead-pipe cinch => Μολύβδινος σωλήνας
- leadoff => προπομπός
- leading-edge => Πρωτοποριακό
- leading one up the garden path => Βάζω κάποιον να τρέχει
- leading one down the garden path => Παραπλανάς κάποιον
- leading on => προηγούμενες
Definitions and Meaning of leafed (through) in English
leafed (through)
to turn the pages of (a book, a magazine, etc.)
FAQs About the word leafed (through)
φύλλισε (μέσα)
to turn the pages of (a book, a magazine, etc.)
βουτηγμένο (σε),πάνω σε,διαβάζω,Σαρωμένο,,αναποδογυρισμένος,περπάτησε (μέσα),περιηγήθηκα,καταβροχθίστηκε,Καταβροχθίζω
No antonyms found.
leaf (through) => Μέσα από το φύλλο, leads one up the garden path => Οδηγεί κάποιον στον κήπο, leads one down the garden path => οδηγεί κάποιον στον κήπο, leads => υποψήφιοι πελάτες, lead-pipe cinch => Μολύβδινος σωλήνας,