FAQs About the word knew

ήξερε

of Know., of Know

καταλαβαίνω,εκτιμημένος,Κατάλαβα,άρπαξε,συλληφθεί,αναγνωρισμένο,απύθμενος,ακολούθησε,είχε,kenned

παρεξηγημένο,εσφαλμένη,ερμηνευμένο εσφαλμένα,παρεξηγημένος,παρεξηγημένος,αγνοούσε

knesseth => Κνεσέτ, knesset => Κνεσέτ, knelt => γονάτισε, knelling => κωδωνιοκρουσία, knelled => χτύπησαν,