Greek Meaning of jake

Τζέικ

Other Greek words related to Τζέικ

Definitions and Meaning of jake in English

jake

all right, fine, a sexually immature male wild turkey under two years old

FAQs About the word jake

Τζέικ

all right, fine, a sexually immature male wild turkey under two years old

εντάξει,καλό,εντάξει,εντάξει,αποδεκτός,ευχάριστος,Εντάξει,εντάξει,παπάκι,καλός

κακός,ανεπαρκής,δυσάρεστος,κατώτερος,χάλια,φτωχός,Κατώτερος του επιπέδου,απαράδεκτο,ανικανοποίητος,θέλοντας

jails => φυλακές, jailing => φυλάκιση, jailhouses => φυλακές, jailbirds => φυλακισμένοι, jags => τζάγκουαρ,