Greek Meaning of intraocular lens
Ενδοφακός
Other Greek words related to Ενδοφακός
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of intraocular lens
- intranuclear => ενδοπυρηνικός
- intrant => εισερχόμενος
- intranssient => παροδικός
- intransmutable => αμετάτρεπτος<br>
- intransmutability => Αμεταβλητότητα
- intransmissible => μη μεταβιβάσιμος
- intransitivize => μετατρέπω σε αμετάβατο
- intransitivity => αμεταβατικότητα
- intransitivise => αμετάβατος
- intransitiveness => Αμετάβατοτητα
- intraocular pressure => Ενδοφθάλμια πίεση
- intraparietal => ενδοβρεγματικός
- intrapetiolar => ενδοφυλλικός
- intrapulmonary => ενδοπνευμονικός
- intrasentential => ενδοφραστικό
- intraspecies => ενδοειδής
- intraspecific => ενδοειδικός
- intrastate => ενδοκυκλικό
- intraterritorial => ενδοεδαφικός
- intrathoracic => ενδοθωρακικός
Definitions and Meaning of intraocular lens in English
intraocular lens (n)
an artificial lens that is implanted into the eye of someone to replace a damaged natural lens or someone who has had a cataract removed
FAQs About the word intraocular lens
Ενδοφακός
an artificial lens that is implanted into the eye of someone to replace a damaged natural lens or someone who has had a cataract removed
No synonyms found.
No antonyms found.
intranuclear => ενδοπυρηνικός, intrant => εισερχόμενος, intranssient => παροδικός, intransmutable => αμετάτρεπτος<br>, intransmutability => Αμεταβλητότητα,