Greek Meaning of in on
στη
Other Greek words related to στη
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of in on
- in one case => σε μια περίπτωση
- in one ear => με το ένα αυτί
- in one's birthday suit => στα γενέθλιά του γυμνός
- in one's own right => από μόνος του
- in operation => Σε λειτουργία
- in order => προκειμένου
- in other words => με άλλα λόγια
- in part => Εν μέρει
- in particular => ιδίως
- in passing => παρεμπιπτόντως
Definitions and Meaning of in on in English
in on (r)
participating in or knowledgeable out
FAQs About the word in on
στη
participating in or knowledgeable out
No synonyms found.
No antonyms found.
in no time => Στιγμιαία, in name only => μόνο στο όνομα, in name => κατ' όνομα, in low spirits => Θλιμμένος (thliménos), in love => ερωτευμένος,