FAQs About the word hut

καλύβα

temporary military shelter, small crude shelter used as a dwellingA small house, hivel, or cabin; a mean lodge or dwelling; a slightly built or temporary struct

Καμπίνα,Κατασκήνωση,καλύβα,Κกระทα,ρακή,ποτό,καλύβα, χαμόσπιτο,καλύβα,αποθήκη,σκηνή

No antonyms found.

huswifery => οικιακές εργασίες, huswifely => Συζυγική, huswife => νοικοκυρά, huston => Χιούστον, hustling => βιαστικός,