FAQs About the word hoper

ελπιδοφόρος

a person who hopesOne who hopes.

προβλέπω,περιμένω,περιμένω,παρακολουθώ (για),εξαρτώμαι (από κάποιον/κάτι),ανυπομονώ,βασίζω,περιμένω,να υποθέτω Assume,ορίζω

ερώτηση,αμφιβολία

hopelessness => απελπισία, hopelessly => απελπιστικά, hopeless => απελπισμένος, hopeite => Χοπειΐτης, hopei => Χεμπέι,