Greek Meaning of federal reserve bank
Ομοσπονδιακή τράπεζα αποθεματικών
Other Greek words related to Ομοσπονδιακή τράπεζα αποθεματικών
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of federal reserve bank
- federal reserve => Ομοσπονδιακή Τράπεζα
- federal republic of yugoslavia => Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας
- federal republic of nigeria => Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Νιγηρίας
- federal republic of germany => Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
- federal protective service => Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας
- federal party => Ομοσπονδιακό κόμμα
- federal official => Ομοσπονδιακός υπάλληλος
- federal office => Ομοσπονδιακό γραφείο
- federal national mortgage association => Ομοσπονδιακή Εθνική Ένωση Στεγαστικών Δανείων
- federal law enforcement training center => Κέντρο Εκπαίδευσης Ομοσπονδιακής Επιβολής του Νόμου
- federal reserve board => Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Συμβούλιο
- federal reserve note => ομοσπονδιακή τραπεζική σημείωση
- federal reserve system => Ομοσπονδιακό Σύστημα Αποθεματικών
- federal savings bank => Ομοσπονδιακή Τράπεζα Ταμιευτηρίου
- federal security bureau => Ομοσπονδιακό γραφείο ασφαλείας
- federal security service => Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας
- federal soldier => Ομοσπονδιακός στρατιώτης
- federal tax lien => Ομοσπονδιακό φορολογικό προνομιακό δικαίωμα
- federal trade commission => Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου
- federalisation => ομοσπονδιοποίηση
Definitions and Meaning of federal reserve bank in English
federal reserve bank (n)
one of 12 regional banks that monitor and act as depositories for banks in their region
FAQs About the word federal reserve bank
Ομοσπονδιακή τράπεζα αποθεματικών
one of 12 regional banks that monitor and act as depositories for banks in their region
No synonyms found.
No antonyms found.
federal reserve => Ομοσπονδιακή Τράπεζα, federal republic of yugoslavia => Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, federal republic of nigeria => Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Νιγηρίας, federal republic of germany => Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, federal protective service => Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας,