FAQs About the word extended family

διευρυμένη οικογένεια

a family consisting of the nuclear family and their blood relatives

σπίτι,Νοικοκυριό,σπίτι,Αίμα,γέννα,κλάνος,κοινότητα,άνθρωποι,συγγενείς,συγγενείς

No antonyms found.

extended care facility => Κέντρο διευρυμένης φροντίδας, extended => διευρυμένο, extendant => επεκτάτης, extendable => εκτεινόμενος, extend to => εκτείνεται,