Greek Meaning of distributional
Διανεμητικός
Other Greek words related to Διανεμητικός
Nearest Words of distributional
- distribution list => Λίστα διανομής
- distribution law => Νόμος διανομής
- distribution free statistic => Στατιστική ανεξάρτητη της κατανομής
- distribution cost => Κόστος διανομής
- distribution channel => κανάλι διανομής
- distribution agreement => Συμφωνία διανομής
- distribution => διανομή
- distributing => διανομή
- distributer => Διανομέας
- distributed fire => Καταιονισμός
- distributionist => διανομέας
- distributive => διανεμητικός
- distributive shock => Διανεμητικό σοκ
- distributively => διανεμητικά
- distributiveness => διανεμητικότητα
- distributor => Διανομέας
- distributor cam => εκκεντροφόρος διανομέα
- distributor cap => Κάλυμμα διανομέα
- distributor housing => Μονάδα διανομής
- distributor point => Σημείο διανομής
Definitions and Meaning of distributional in English
distributional (a)
of or relating to spatial distribution
distributional (a.)
Of or pertaining to distribution.
FAQs About the word distributional
Διανεμητικός
of or relating to spatial distributionOf or pertaining to distribution.
κατανομή,αναδιανομή,διανομή,κατανομής,Εκταμίευση,διάκριση,τμήμα,έκδοση,μέτρηση,διαμέρισμα
Σύγχυση,διαταραχή,αποδιοργάνωση,διατάραξη,αναστατωμένος,αποσύνδεση,ασυνέπεια
distribution list => Λίστα διανομής, distribution law => Νόμος διανομής, distribution free statistic => Στατιστική ανεξάρτητη της κατανομής, distribution cost => Κόστος διανομής, distribution channel => κανάλι διανομής,