Greek Meaning of countercharge

αντεπίθεση

Other Greek words related to αντεπίθεση

Definitions and Meaning of countercharge in English

Wordnet

countercharge (n)

a charge brought by an accused person against the accuser

a retaliatory charge

FAQs About the word countercharge

αντεπίθεση

a charge brought by an accused person against the accuser, a retaliatory charge

κατηγορία,Κατηγορία,κατηγορία,μομφή,καταδίκη,αντεγκλήσεις,Διάκριση,καταγγελία,Ένσταση,υπόνοια

No antonyms found.

counterchange => αντεπίθεμα, counterchallenge => Αντιπρόκληση, counterbore => κωνικό ανοιγμα, counterbombardment => Αντιβομβαρδισμός, counterblow => Αντεπίθεση,