FAQs About the word capitulating

υποχωρώντας

of Capitulate

υποβολή,παράδοση,αποδοχή,капитуляция,παραχώρηση,παραίτηση,απόδοση,υποβάλλει,αποδοχή,κατευνασμός

αντίσταση

capitulated => κατέληξε σε συνθηκολόγηση, capitulate => παραδίδω, capitulary => καπιτουλάριο, capitularly => καθ' υπαγορευόμενον, capitularies => καπιτουλάρια,