Greek Meaning of waged
μισθοδοτούμενος
Other Greek words related to μισθοδοτούμενος
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of waged
- wage setter => Ορισμός μισθού
- wage schedule => Μισθολογικός πίνακας
- wage scale => Κλίμακα μισθών
- wage increase => Αύξηση μισθού
- wage hike => αύξηση μισθού
- wage freeze => Παγοποίηση μισθών
- wage floor => κατώτατος μισθός
- wage earner => Μισθωτός υπάλληλος
- wage concession => Μισθολογική παραχώρηση
- wage claim => αίτημα μισθού
Definitions and Meaning of waged in English
waged (imp. & p. p.)
of Wage
FAQs About the word waged
μισθοδοτούμενος
of Wage
No synonyms found.
No antonyms found.
wage setter => Ορισμός μισθού, wage schedule => Μισθολογικός πίνακας, wage scale => Κλίμακα μισθών, wage increase => Αύξηση μισθού, wage hike => αύξηση μισθού,