Greek Meaning of sheol
σιωλή
Other Greek words related to σιωλή
Nearest Words of sheol
Definitions and Meaning of sheol in English
sheol (n.)
The place of departed spirits; Hades; also, the grave.
FAQs About the word sheol
σιωλή
The place of departed spirits; Hades; also, the grave.
Γέεννα,Άδης,κάτω κόσμος,απώλεια,Τάρταρος,κάτω κόσμος,Άβυσσος,κόλαση,κόλαση,Χάος
δόξα,ουρανός,Nirvana,γη της επαγγελίας,Βαλχάλα,Σιών,μακαριότητα,Ηλύσια Πεδία,εμπειρικός,Ευχάριστο πεδίο κυνηγιού
she-oak => καζουαρίνα, shenyang => Σενγιάνγκ, shent => αποτιμῶ, shen-pao => Shen Pao, shendship => ντροπή,