FAQs About the word rowed

κωπηλάτησαν

of Row, Formed into a row, or rows; having a row, or rows; as, a twelve-rowed ear of corn.

με κανό,καγιάκ,κωπηλατούσε,κωπηλατούσε,κωπηλατούμενος,τραβηγμένο,με πόλους,κλώτσησε

αποδεκτό,συμφωνήθηκε,αποδεκτό,συνυπήρχαν,συμφωνώ,συμφώνησε,Τά 'βρισκαν καλά

rowdyism => ταραχές, rowdyish => θορυβώδης, rowdydowdy => θορυβώδης και ακατάστατος, rowdy => θορυβώδης, rowdiness => φασαρία,