Greek Meaning of procès-verbal
Πρακτικά
Other Greek words related to Πρακτικά
- ανέκδοτο
- Χρονικά
- ιστολόγιο
- κατάθεση
- ημερολόγιο
- Τεκμηρίωση
- ημερολόγιο
- αρχείο καταγραφής
- απομνημονεύματα
- λεπτά
- διαθήκη
- Μαρτυρία
- έκδοση
- μάρτυρας
- νήμα
- Ιστορικό ασθενούς
- μελέτη περίπτωσης
- χρονολογία
- επικός
- ιστορία
- ημερολόγιο
- αφήγηση
- αφήγηση
- απαγγελία
- εγγραφή
- Αναφορά
- Ρομαντισμός
- σάγκα
- παραμύθι
- Μαρτυρία
- λογαριασμός
- χρονικό
- σχόλια
- σχολιασμός
- κίνηση
- ρεσιτάλ
- ιστορία
Nearest Words of procès-verbal
- procès-verbaux => πρακτικά
- procedures => διαδικασίες
- proceed (along) => (to proceed (along))
- proceed (with) => (συνεχίζω (με))
- proceeded => προχώρησε
- proceeded (along) => κατά μήκος
- proceeded (with) => συνέχισε (με)
- proceeding (along) => προχωρώντας (κατά μήκος)
- proceeding (with) => διαδικασία (με)
- processes => διεργασίες
Definitions and Meaning of procès-verbal in English
procès-verbal
an official written record, an official written record of a proceeding (as a judicial sale of property)
FAQs About the word procès-verbal
Πρακτικά
an official written record, an official written record of a proceeding (as a judicial sale of property)
ανέκδοτο,Χρονικά,ιστολόγιο,κατάθεση,ημερολόγιο,Τεκμηρίωση,ημερολόγιο,αρχείο καταγραφής,απομνημονεύματα,λεπτά
No antonyms found.
problems => προβλήματα, probities => εντιμότητες, probings => αναζητήσεις, probes => ανιχνευτές, probed => εξετάστηκε,