Greek Meaning of probabilistically
πιθανότατα
Other Greek words related to πιθανότατα
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of probabilistically
- probability => πιθανότητα
- probability theorist => Πιθανολόγος
- probability theory => Θεωρία πιθανοτήτων
- probable => πιθανός
- probable cause => πιθανή αιτία
- probably => πιθανότατα
- probate => Επικύρωση διαθήκης
- probate court => δικαστήριο κληρονομιών
- probate will => Επικυρωμένη διαθήκη
- probation => αναστολή
Definitions and Meaning of probabilistically in English
probabilistically (r)
by the use of probability theory
FAQs About the word probabilistically
πιθανότατα
by the use of probability theory
No synonyms found.
No antonyms found.
probabilistic => πιθανοκρατικός, probabilism => πιθανοκρατία, pro-american => φιλοαμερικανικός, proactive => προληπτικός, proaccelerin => Προακκελερίνη,