Greek Meaning of prink
στολίζομαι
Other Greek words related to στολίζομαι
Nearest Words of prink
- prinival => πρινηβαλ
- prinia => Πρινία
- principled => Ευσυνείδητος
- principle of superposition => Αρχή της επικάλυψης
- principle of relativity => Αρχή της σχετικότητας
- principle of parsimony => αρχή της φειδώ
- principle of liquid displacement => Αρχή της εκτόπισης υγρών
- principle of equivalence => Αρχή ισοδυναμίας
- principle => αρχή
- principen => αρχές
- print => Εκτύπωση
- print buffer => προσωρινή μνήμη εκτύπωσης
- print media => έντυπα μέσα ενημέρωσης
- print over => Εκτυπώνω πάνω από
- print run => κυκλοφορία
- print seller => Έμπορος εκτυπώσεων
- print shop => Τυπογραφείο
- printable => Εκτυπώσιμο
- printed circuit => Τυπωμένο κύκλωμα
- printed symbol => Εκτυπωμένο σύμβολο
Definitions and Meaning of prink in English
prink (v)
dress very carefully and in a finicky manner
put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
FAQs About the word prink
στολίζομαι
dress very carefully and in a finicky manner, put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
φόρεμα,βουρτσίζω,αλαφιάζομαι,πιο έξυπνος/έξυπνη (γίνω),Εξοπλίζω με αξεσουάρ,ρούχα,ενδυμασία,διακοσμώ,ντύνομαι,κοστούμι
No antonyms found.
prinival => πρινηβαλ, prinia => Πρινία, principled => Ευσυνείδητος, principle of superposition => Αρχή της επικάλυψης, principle of relativity => Αρχή της σχετικότητας,