FAQs About the word pimply

Τρυπάτος

(of complexion) blemished by imperfections of the skinPimpled.

φουσκάλα,βράζω,Πάππουλα,Φλύκταινα,Σπυράκι,εξόγκωμα,σαπίζω,εξόγκωμα,Ευλογιά,πονεμένος

No antonyms found.

pimpled => Σπυράκι, pimple => Μπρουτζάκι, pimping => μαστροπεία, pimpinella anisum => Γλυκάνισος, pimpinella => Πιμπινέλα,