FAQs About the word parka

παρκά

a kind of heavy jacket (`windcheater' is a British term)Alt. of Parkee

Μπουφάν,αδιάβροχο,Φράκο,Παλτό,Mackinaw,Λινάτσα,Παλτό,ιδιαίτερα,Ύλστερ,Τσέστερφιλντ

υπόστρωμα

park commissioner => Επίτροπος πάρκων, park bench => Παγκάκι πάρκου, park avenue => Λεωφόρος Παρκ, park ave. => Park Ave., park => πάρκο,