Greek Meaning of missis
Κυρία
Other Greek words related to Κυρία
Nearest Words of missis
- missippian period => Μισισιππική περίοδος
- missioner => ιεραπόστολος
- missionary work => ιεραποστολική εργασία
- missionary station => Ιεραποστολικός σταθμός
- missionary post => Ιεραποστολικός σταθμός
- missionary position => Ιεραποστολική θέση
- missionary => ιεραπόστολος
- missionaries => ιεραπόστολοι
- missional => ιεραποστολικός
- mission impossible => Αποστολή: Αδύνατη
Definitions and Meaning of missis in English
missis (n)
informal term of address for someone's wife
missis (n.)
A mistress; a wife; -- so used by the illiterate.
FAQs About the word missis
Κυρία
informal term of address for someone's wifeA mistress; a wife; -- so used by the illiterate.
σύζυγος,κυρία,κυρία,συνεργάτης,σύζυγος,σύζυγος,Γυναίκα,το ταίρι μου,νύφη,σύντροφος
No antonyms found.
missippian period => Μισισιππική περίοδος, missioner => ιεραπόστολος, missionary work => ιεραποστολική εργασία, missionary station => Ιεραποστολικός σταθμός, missionary post => Ιεραποστολικός σταθμός,