Greek Meaning of logo
λογότυπο
Other Greek words related to λογότυπο
Nearest Words of logo
Definitions and Meaning of logo in English
logo (n)
a company emblem or device
FAQs About the word logo
λογότυπο
a company emblem or device
έμβλημα,χαρακτηριστικό,σύμβολο,εμπορικό σήμα,παράσημο,τοτέμ,χαρακτηριστικό,σήμα,οικόσημο,κολοφώνας
No antonyms found.
logmen => Υλοτόμος, logjam => μπλοκάρισμα, logistics => εφοδιασμός, logistician => Εφοδιαστής, logistical => λογιστικός,