Greek Meaning of kept

κράτησε

Other Greek words related to κράτησε

Definitions and Meaning of kept in English

Wordnet

kept (a)

(especially of promises or contracts) not violated or disregarded

Webster

kept (imp. & p. p.)

of Keep

of Keep.

FAQs About the word kept

κράτησε

(especially of promises or contracts) not violated or disregardedof Keep, of Keep.

γιορτάζεται,αναμνηστικό,ευλογημένος,Παρατηρήθηκε,θυμήθηκα,ευλογημένος,αφιερωμένος,γιορτάστηκε,εορτασμένος,τιμώμενος

Χρεοκοπημενος,ξέχασα,παραμελημένος,παραβλεπόμενος,παραβιάζω,έσβησε

kepler's third law => Τρίτος νόμος του Κέπλερ, kepler's second law => Δεύτερος νόμος του Κέπλερ, kepler's law of planetary motion => Νόμοι του Κέπλερ για την κίνηση των πλανητών, kepler's law => Νόμοι του Κέπλερ, kepler's first law => Πρώτος νόμος του Κέπλερ,