Greek Meaning of honey
μέλι
Other Greek words related to μέλι
- ομορφιά
- Μπισκότο
- μπισκότο
- θεά
- βασίλισσα
- μωρό μου
- βασίλισσα ομορφιάς
- belle
- γλυκούλης
- γλύκα
- Ελκυστικός στο μάτι
- αλεπού
- Ροδάκινο
- εκπληκτικός
- Καλλονή του μπάνιου
- γοητευτής
- φλερτάρω
- Κορίτσι στο εξώφυλλο
- πιάτο
- κούκλα
- Κούκλα
- Καράβι των ονείρων
- Μάγισσα
- μοιραία γυναίκα
- γκόμενος
- Χούρι
- Νοκ άουτ
- θεατής
- Πιν απ γκορλ
- όμορφος
- σειρήνα
- πειράζω
- Βαμπίρ
Nearest Words of honey
Definitions and Meaning of honey in English
honey (n)
a sweet yellow liquid produced by bees
a beloved person; used as terms of endearment
honey (v)
sweeten with honey
honey (s)
of something having the color of honey
honey (n.)
A sweet viscid fluid, esp. that collected by bees from flowers of plants, and deposited in the cells of the honeycomb.
That which is sweet or pleasant, like honey.
Sweet one; -- a term of endearment.
honey (v. i.)
To be gentle, agreeable, or coaxing; to talk fondly; to use endearments; also, to be or become obsequiously courteous or complimentary; to fawn.
honey (v. t.)
To make agreeable; to cover or sweeten with, or as with, honey.
FAQs About the word honey
μέλι
a sweet yellow liquid produced by bees, a beloved person; used as terms of endearment, sweeten with honey, of something having the color of honeyA sweet viscid
ομορφιά,Μπισκότο,μπισκότο,θεά,βασίλισσα,μωρό μου,βασίλισσα ομορφιάς,belle,γλυκούλης,γλύκα
τσάντα,Μάγισσα,παλαιολάγνος,μάγισσα,Μάγισσα
honewort => ειδοπούλη, honesty => ειλικρίνεια, honest-to-goodness => ειλικρινής, honest-to-god => ειλικρινά, honestness => ειλικρίνεια,