Greek Meaning of hirer
ενοικιαστής
Other Greek words related to ενοικιαστής
Nearest Words of hirer
Definitions and Meaning of hirer in English
hirer (n)
a person responsible for hiring workers
hirer (n.)
One who hires.
FAQs About the word hirer
ενοικιαστής
a person responsible for hiring workersOne who hires.
ενοίκιο,χάρτης,Συμπλέκομαι,μίσθωση,κανονίζω (για),βιβλίο,έλεγχος έξω,(σύμβαση (για)),παραγγελία,εφεδρεία
τσεκούρι,τσεκούρι,μπορώ,απολύω,φωτιά,Σακί,εκφόρτιση,απόλυση,αναστολή εργασίας,αποκλεισμός
hire-purchase => πώληση με δόσεις, hireling => μισθοφόρος, hireless => ασύρματος, hired man => Μισθωτός άνδρας, hired help => Προσωπικό καθαριότητας,