Greek Meaning of fazes

φάσεις

Other Greek words related to φάσεις

Definitions and Meaning of fazes in English

fazes

to disturb the composure of, to disturb the self-control or courage of

FAQs About the word fazes

φάσεις

to disturb the composure of, to disturb the self-control or courage of

ενοχλεί,μπερδεύει,ενοχλεί,Εντροπιάζει,Εξευτελίζει,κουδούνια,ντροπιάζει,συγχέει,ταράζει,αποσυντονίζει

ηρεμεί.,γειά μας,ανέσεις,Κονσόλες,ενθαρρύνει,ανακουφίζει,καταπραΰνει,διαβεβαιώνει,καθησυχάζει,ενθαρρύνει

fays => νεράιδες, fawners => κολακευτές, favors => χάρες, favorites => αγαπημένα, favela => Φαβέλα,