FAQs About the word fatty

Λιπαρός

a rotund individual, containing or composed of fatContaining fat, or having the qualities of fat; greasy; gross; as, a fatty substance.

λιπαρός,λαδερό,παχύσαρκος,λιπαρός,πλούσιος,λιπαρός

ινώδης,άπαχο,αποβουτυρωμένο,ινώδες,σκληρός,χόνδρινος,άπαχος

fattism => Παχυσαρκιοφοβία, fattish => παχουλός, fattining => παχυντικός, fattiness => λίπος, fattening => παχυντικός,