Greek Meaning of factor (in or into)
παράγοντας (σε ή μέσα σε)
Other Greek words related to παράγοντας (σε ή μέσα σε)
Nearest Words of factor (in or into)
- factor (in or into or out) => παράγοντας (μέσα ή μέσα ή έξω)
- factoids => Γεγονότα
- factions => παρατάξεις
- facticity => ουσιαστικότητα
- fact-checking => Επιβεβαίωση γεγονότων
- fact-checked => ελεγμένο γεγονός
- fact-check => έλεγχος γεγονότων
- fact finder => ερευνητής γεγονότων
- facings => επιφάνειες
- facing up (to) => αντιμέτωπος
- factor (out) => ανάλυση παραγόντων (έξω)
- factored (in or into or out) => ο παράγοντας (σε ή σε ή έξω)
- factoring (in or into or out) => Παραγοντοποίηση (μέσα ή μέσα σε ή έξω)
- factors => παράγοντες
- facts => γεγονότα
- fade (away) => Ξεθωριάζει (μακριά)
- faded (away) => ξεθωριασμένος (μακριά)
- fades => Ξεθωριάζει
- fading (away) => (ξεθώριασμα) προοδευτικά
- faeries => Νεράιδες
Definitions and Meaning of factor (in or into) in English
factor (in or into)
No definition found for this word.
FAQs About the word factor (in or into)
παράγοντας (σε ή μέσα σε)
επιτρέπω (για),προβλέπω,εξετάζω,παρέχω (σε),Σεβασμός,λαβαίνω υπόψη,προσαρμόζω,Προσαρμόζω,συνθήκη,αναλογίζομαι
έκπτωση,αδιαφορία,ανάλυση παραγόντων (έξω)
factor (in or into or out) => παράγοντας (μέσα ή μέσα ή έξω), factoids => Γεγονότα, factions => παρατάξεις, facticity => ουσιαστικότητα, fact-checking => Επιβεβαίωση γεγονότων,