Greek Meaning of factor (in or into)

παράγοντας (σε ή μέσα σε)

Other Greek words related to παράγοντας (σε ή μέσα σε)

Definitions and Meaning of factor (in or into) in English

factor (in or into)

No definition found for this word.

FAQs About the word factor (in or into)

παράγοντας (σε ή μέσα σε)

επιτρέπω (για),προβλέπω,εξετάζω,παρέχω (σε),Σεβασμός,λαβαίνω υπόψη,προσαρμόζω,Προσαρμόζω,συνθήκη,αναλογίζομαι

έκπτωση,αδιαφορία,ανάλυση παραγόντων (έξω)

factor (in or into or out) => παράγοντας (μέσα ή μέσα ή έξω), factoids => Γεγονότα, factions => παρατάξεις, facticity => ουσιαστικότητα, fact-checking => Επιβεβαίωση γεγονότων,