Greek Meaning of diethylstilbestrol
Διαιθυλοστιλβεστρόλη
Other Greek words related to Διαιθυλοστιλβεστρόλη
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of diethylstilbestrol
- diethylstilbesterol => Διαιθυλστλβεστρολη (DES)
- diethylmalonylurea => Διαιθυλομαλονυλουρία
- diethylbarbituric acid => Διαιθυλοβαρβιτουρικό οξύ
- diethylaminoethyl cellulose => διαιθυλαμινοαιθυλοκυτταρίνη
- diethylamine => Διαιθυλαμίνη
- diethyl ether => Διαιθυλαιθέρας
- dietetist => Διαιτολόγος
- dietetics => Διαιτολογία
- dietetically => διαιτητικά
- dietetical => διαιτητικός
Definitions and Meaning of diethylstilbestrol in English
diethylstilbestrol (n)
a potent estrogen used in medicine and in feed for livestock and poultry
FAQs About the word diethylstilbestrol
Διαιθυλοστιλβεστρόλη
a potent estrogen used in medicine and in feed for livestock and poultry
No synonyms found.
No antonyms found.
diethylstilbesterol => Διαιθυλστλβεστρολη (DES), diethylmalonylurea => Διαιθυλομαλονυλουρία, diethylbarbituric acid => Διαιθυλοβαρβιτουρικό οξύ, diethylaminoethyl cellulose => διαιθυλαμινοαιθυλοκυτταρίνη, diethylamine => Διαιθυλαμίνη,