Greek Meaning of deeds
πράξεις
Other Greek words related to πράξεις
Nearest Words of deeds
Definitions and Meaning of deeds in English
deeds (n)
performance of moral or religious acts
FAQs About the word deeds
πράξεις
performance of moral or religious acts
επιτεύγματα,κατορθώματα,αριθμοί,επιτεύγματα,exploits,παραστάσεις,ακροβατικά,Επιτυχίες,περιπέτειες,επιτεύγματα
απαλλοτριώνει
deedless => αργός, deedful => εργατικός, deedbox => κουτί συμβολαίων, deed poll => επίσημο έγγραφο, deed over => μεταβίβαση,