Greek Meaning of copse
κοπρίτης
Other Greek words related to κοπρίτης
Nearest Words of copse
- copt => Κόπτης
- coptic => κοπτικό
- coptic church => Κοπτική Εκκλησία
- coptis => Κόπτη
- coptis groenlandica => Κοπτὶς ἡ γροιλανδική
- coptis trifolia groenlandica => Κοπτίδα η τριφύλλη η γροιλανδική
- copula => συνδετικό ρήμα
- copular => συνδετικός
- copulative => συνεκτικός
- copulative conjunction => Συνδετικός σύνδεσμος
Definitions and Meaning of copse in English
copse (n)
a dense growth of bushes
FAQs About the word copse
κοπρίτης
a dense growth of bushes
δάσος,Φρένο,θάμνοι,θάμνος,θαμνώδης βλάστηση,Θάμνος,δάσος (dasos),άλσος,Δάσος,θάμνοι
No antonyms found.
coprophagy => κοπροφαγία, coprophagia => Κοπροφορία, coprolith => Κοπρόλιθος, coprolite => Κοπρόλιθος, coprolalia => Κοπρολαλία,