Greek Meaning of compensatory time
χρόνος απασχόλησης ως αποζημίωση
Other Greek words related to χρόνος απασχόλησης ως αποζημίωση
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of compensatory time
- compensatory spending => αποζημιωτική δαπάνη
- compensatory damages => Αποζημίωση
- compensatory => αντισταθμιστικός
- compensation => αποζημίωση
- compensating balance => Αντιστάθμισμα
- compensated => αποζημιωμένοι
- compensate => Αποζημιώνω
- compensable => αποζημιώσιμος
- compendium => επιτομή
- compendious => περιεκτικός
Definitions and Meaning of compensatory time in English
compensatory time (n)
time off that is granted to a worker as compensation for working overtime
FAQs About the word compensatory time
χρόνος απασχόλησης ως αποζημίωση
time off that is granted to a worker as compensation for working overtime
No synonyms found.
No antonyms found.
compensatory spending => αποζημιωτική δαπάνη, compensatory damages => Αποζημίωση, compensatory => αντισταθμιστικός, compensation => αποζημίωση, compensating balance => Αντιστάθμισμα,