Greek Meaning of chat
συνομιλία
Other Greek words related to συνομιλία
- κουβέντα
- κουβέντα
- κουτσομπολιό
- μιλάω
- κακαρίζω
- κουβέντα
- Μουσική σαγονιού
- Κουβέντα
- κουβέντα
- Συλλογισμοί
- Συνέδριο
- συζήτηση
- διάλογος
- Διάλογος
- λόγος
- Ανταλλαγή
- κουβέντα
- κουβέντα
- τρίξιμο
- σαγόνι
- κουβέντα
- κουβέντα
- θόρυβος
- Ραπ
- κουβεντιάζω
- Κουβεντούλα
- συμπόσιο
- κατ' ιδίαν
- Επitράπεζη συνομιλία
- απάντηση
- συζήτηση
- παρεμβολές συνομιλίας
- Δούναι και λαβείν
- Ευτυχισμένη συνομιλία
- συνομιλίες
- γιακ
- Γιακ
- κουβέντα
- yap
Nearest Words of chat
Definitions and Meaning of chat in English
chat (n)
an informal conversation
birds having a chattering call
songbirds having a chattering call
chat (v)
talk socially without exchanging too much information
chat (v. i.)
To talk in a light and familiar manner; to converse without form or ceremony; to gossip.
chat (v. t.)
To talk of.
chat (n.)
Light, familiar talk; conversation; gossip.
A bird of the genus Icteria, allied to the warblers, in America. The best known species are the yellow-breasted chat (I. viridis), and the long-tailed chat (I. longicauda). In Europe the name is given to several birds of the family Saxicolidae, as the stonechat, and whinchat.
A twig, cone, or little branch. See Chit.
Small stones with ore.
FAQs About the word chat
συνομιλία
an informal conversation, birds having a chattering call, songbirds having a chattering call, talk socially without exchanging too much informationTo talk in a
κουβέντα,κουβέντα,κουτσομπολιό,μιλάω,κακαρίζω,κουβέντα,Μουσική σαγονιού,Κουβέντα,κουβέντα,Συλλογισμοί
αρθρωτός,προφέρω,εκφωνώ
chasuble => ἱμάτιον , chastity => αγνότητα, chastising => επιτιμώντας, chastiser => τιμωρός, chastisement => τιμωρία,