Greek Meaning of buccaneerish
πειρατικός
Other Greek words related to πειρατικός
Nearest Words of buccaneerish
Definitions and Meaning of buccaneerish in English
buccaneerish (a.)
Like a buccaneer; piratical.
FAQs About the word buccaneerish
πειρατικός
Like a buccaneer; piratical.
πειρατής,κουρσάρος,πειρατής,Κορσάρος,ληστής,Ληστευτής,ληστής,ληστής,επιδρομέας,ληστής
No antonyms found.
buccaneering => λαφυραγωγία, buccaneer => Πειρατής, buccan => Μπουκανιέρης, buccal cavity => Στοματική κοιλότητα, buccal artery => Στοματική αρτηρία,