Greek Meaning of beaux

ωραίος

Other Greek words related to ωραίος

Definitions and Meaning of beaux in English

Webster

beaux (pl.)

of Beau

of Bel-esprit

Webster

beaux (n.)

pl. of Beau.

FAQs About the word beaux

ωραίος

of Beau, pl. of Beau., of Bel-esprit

αγόρια,αγόρια,συντρόφοι,σύζυγοι (sízygoi),εραστές,άνδρες,γέροντες,swains,θαυμαστές,αγαπημένοι

γουρούνια,Σλοβένος

beauvoir => Μποβουάρ, beauty treatment => Θεραπεία ομορφιάς, beauty spot => Ελιά, beauty sleep => Ομορφιά στον ύπνο, beauty shop => ινστιτούτο αισθητικής,