Greek Meaning of acts
πράξεις
Other Greek words related to πράξεις
Nearest Words of acts
- acts of the apostles => Πράξεις των Αποστόλων
- actual => πραγματικός
- actual damages => Πραγματικές ζημίες
- actual eviction => Πραγματική έξωση
- actual possession => πραγματική κατοχή
- actual sin => Πραγματική αμαρτία
- actualisation => πραγμάτωση
- actualise => πραγματοποιηθεί
- actualist => ενεργειιστής
- actualities => Επίκαιρα
Definitions and Meaning of acts in English
acts (n)
a New Testament book describing the development of the early church from Christ's Ascension to Paul's sojourn at Rome
FAQs About the word acts
πράξεις
a New Testament book describing the development of the early church from Christ's Ascension to Paul's sojourn at Rome
αριθμοί,ρουτίνες,στροφές,bits,κόλπα,νουμέρα,κόλπα,Υπογραφές
ειλικρίνεια,ειλικρίνεια,Αφέλεια,αφελές
actress => ηθοποιός, actor's line => Ρεπλίκα του ηθοποιού, actor's assistant => βοηθός ηθοποιού, actor's agent => Θεατρικός πράκτορας, actor => ηθοποιός,