FAQs About the word whorled caraway

Κύμινο στρεπτό

a caraway with whorled leaves

No synonyms found.

No antonyms found.

whorled aster => Αστερία η δινωτή, whorled => διατεταγμένος κατ' όροφους, δινωτός, whorl => Δίνη, whorehouse => Πορνείο, whopping => τεράστιος,