FAQs About the word whizz

σφυρίζω

someone who is dazzlingly skilled in any field, make a soft swishing sound, move along very quickly

κοχλάζω,τσιτσιρίζω,σφύριγμα,σφύριγμα,σούσουρο,σβουούου,Επιθυμία,σφύριγμα,φερμουάρ,συριγμός

ουρλιαχτό,βρυχηθμός,κραυγή,κραυγή,κραυγή,μπόρα,τσίριγμα,φωνάζω,ουρλιάζω,γαύγισμα

whiz-kid => Παιδί θαύμα, whizbang shell => οβίδα υπεροχής, whizbang => γουίζμπανγκ, whiz => φυτό, whity-brown => Ασπροκαφέ,