Greek Meaning of traditionalists
παραδοσιακοί
Other Greek words related to παραδοσιακοί
Nearest Words of traditionalists
Definitions and Meaning of traditionalists in English
traditionalists
adherence to the doctrines or practices of a tradition, the beliefs of those opposed to modernism, liberalism, or radicalism
FAQs About the word traditionalists
παραδοσιακοί
adherence to the doctrines or practices of a tradition, the beliefs of those opposed to modernism, liberalism, or radicalism
συντηρητικοί,Παλαιοσυντηρητικοί,αντιδραστικοί,Δεξιοί,Δεξιοί,Τόρυδες,Αρχαϊκοί συντηρητικοί,Συμμορφωτές,νεοσυντηρητικοί,νεοσυντηρητικοί
αριστεροί,Φιλελεύθεροι,Προοδευτικοί,Ριζοσπάστες,εξτρεμιστές,Αριστεροί,αριστερόχειρες,κόκκινοι,Μεταρρυθμιστές,επαναστάτες
trading on => Εμπορεύεται σε, trading (in) => Εμπόριο (σε), trading (for) => εμπόριο (για), trades => εμπόρια, traders => έμποροι,