Greek Meaning of salvia officinalis
Φασκόμηλο
Other Greek words related to Φασκόμηλο
No Synonyms and anytonyms found
Nearest Words of salvia officinalis
- salvia lyrata => Σάλβια η λυράτη
- salvia leucophylla => λευκόφυλλος φασκόμηλο
- salvia lancifolia => φασκόμηλο το λογχοειδές
- salvia farinacea => Φαρμακευτική σάλβια
- salvia divinorum => Σάλβια η θεία
- salvia clarea => Σάλβια η σαφής
- salvia azurea => Φασκομηλιά η μπλε
- salvia => Φασκόμηλο
- salver-shaped => Σε σχήμα δίσκου
- salverform => δίσκος
- salvia pratensis => Φασκόμηλο το λιβαδικό
- salvia reflexa => Σάλβια η αντανακλαστική
- salvia sclarea => Σκλαρέα
- salvia spathacea => Φασκομηλιά αγκαθωτή
- salvia verbenaca => Φασκόμηλο το φαρμακευτικόν
- salvific => Σωτηριώδης
- salving => Αλοιφή
- salvinia => Αζόλα
- salvinia auriculata => Μενιανθή
- salvinia rotundifolia => Σαλβίνια η πλωτή
Definitions and Meaning of salvia officinalis in English
salvia officinalis (n)
shrubby plant with aromatic greyish-green leaves used as a cooking herb
FAQs About the word salvia officinalis
Φασκόμηλο
shrubby plant with aromatic greyish-green leaves used as a cooking herb
No synonyms found.
No antonyms found.
salvia lyrata => Σάλβια η λυράτη, salvia leucophylla => λευκόφυλλος φασκόμηλο, salvia lancifolia => φασκόμηλο το λογχοειδές, salvia farinacea => Φαρμακευτική σάλβια, salvia divinorum => Σάλβια η θεία,