FAQs About the word razz

ράσμπερι

a cry or noise made to express displeasure or contempt, harass with persistent criticism or carping

μπου,Βατόμουρο,σαρκαστικό χαμόγελο,μειδίαμα,ροχαλητό,πουλί,μπρονξικό γιουχάρισμα,σφύριγμα,σφύριγμα,ουρλιαχτό

χειροκροτήματα,ζητωκραυγές,χειροκροτήματα

razure => ισοπεδώνω, razor-sharp => Ξυράφι, razor-fish => Ξυραφιάς, razorblade => ξυράφι, razor-billed auk => Χοντροκέφαλος γλάρος,