Greek Meaning of rates
συντελεστές
Other Greek words related to συντελεστές
Nearest Words of rates
Definitions and Meaning of rates in English
rates (n)
a local tax on property (usually used in the plural)
FAQs About the word rates
συντελεστές
a local tax on property (usually used in the plural)
ιδιότητες,διαμετρήματα,Καλίμπρ,τάξεις,βαθμοί,πρότυπα,αγάλματα,Προδιαγραφές,κριτήρια,κριτήρια
δυσαναλογίες
rater => βαθμολογητής, ratepayer => Φορολογούμενος, ratel => Μελιεράκιδα, rated => Βαθμολογημένο, rateables => φορολογητέες,