Greek Meaning of pretermission
παράλειψη
Other Greek words related to παράλειψη
Nearest Words of pretermission
Definitions and Meaning of pretermission in English
pretermission (n)
letting pass without notice
FAQs About the word pretermission
παράλειψη
letting pass without notice
συντομογραφία,έκπτωση,προεπιλεγμένο,εγκληματικότητα,αποτυχία,αμέλεια,αμέλεια,εποπτεία,μείωση,αφαίρεση
πρόσθεση,ένταξη,αύξηση,Συσσώρευση,απόδοση,αύξηση,ενισχύω,επέκταση,κέρδος,αύξηση
preterm infant => Πρόωρο βρέφος, preterm baby => Πρόωρο μωρό, preterition => αμέλεια, preterite => παρατατικός, preterit => αόριστος,